διαφθορά

διαφθορ-ά, [dialect] Ion. [suff] διαφθορ-ρή, , ([etym.] διαφθείρω)
A destruction, ruin,

ἐπὶ -φθορᾷ τῆς πόλεως Th.8.86

;

ἀπέστειλε ἐπὶ διαφθορῇ Hdt.4.164

;

μέχρι διαφθορᾶς Pl.Mx.242d

: pl., S.OT573, etc.
2 destruction, blight, of things,

ὀμμάτων διαφθοραί Id.OC552

;

διαφθορὰ μορφῆς A.Pr.643

.
3 in moral sense, corruption, seduction,

νέων X.Ap.19

;

κριτῶν Arist. Rh.1372a34

(pl.).
4 miscarriage, abortion, Hp.Mul.1.3, Coac. 505, Melanges Holleaux 265 (ii/i B. C.).
5 stomachic disorder, Aret.CA1.5.
II concrete, ἰχθύσιν δ. a prey for fishes, of a corpse, S.Aj.1297;

πολεμίοις ὕβρισμα καὶ δ. E.HF459

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφθορά — διαφθορά̱ , διαφθορά destruction fem nom/voc/acc dual διαφθορά̱ , διαφθορά destruction fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθορᾷ — διαφθορά destruction fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθορά — η 1. ο ανήθικος τρόπος ζωής, η ηθική κατάπτωση: Ζει μέσα στη διαφθορά. 2. εξαγορά, δωροδοκία: Η διαφθορά δημόσιων λειτουργών είναι το χειρότερο δείγμα ξεπεσμού των δημόσιων ηθών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφθορά — η (ΑΝ) 1. (με ηθική έννοια) ηθική εξαχρείωση, κατάπτωση, έκλυση ηθών 2. δωροδοκία, δεκασμός νεοελλ. (για γυναίκα) αποπλάνηση, ατίμαση αρχ. 1. καταστροφή, αφανισμός, θάνατος («τοὺς δέ τινας χειρωσάμενος... ἀπέστειλε ἐπὶ διαφθορῇ», Ηρόδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • διαφθορά — [диафтора] ουσ. Θ. порча, развращение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφθορᾶι — διαφθορᾷ , διαφθορά destruction fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθοράν — διαφθορά̱ν , διαφθορά destruction fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθοράς — διαφθορά̱ς , διαφθορά destruction fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθοραῖς — διαφθορά destruction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθοραί — διαφθορά destruction fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθορᾶς — διαφθορά destruction fem gen sg (attic doric aeolic) διαφθορεύς corrupter masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.